Το "Μπάγκειον" κι' η αγορά εργασίας στην Πλατεία της Ομόνοιας και στα πέριξ.

 


'' Π Α Γ Κ Ε Ι Ο ''
ΚΕΝΤΡΟ
Αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης


  Η αυγή γλυκοχάραζε, καινούργια μέρα, ένα νέο μεροκάματο. Οι αγουροξυπνημένες μάζες της εργατιάς κυλούν, κύματα - κύματα, ασταμάτητα, από την Πανεπιστημίου προς την Ομόνοια. Η μεγάλη πλατεία, κέντρο και καρδιά της πολυάνθρωπης πόλης, πάλλεται αδιάκοπα και στέλνιε το βιομηχανικό αίμα της μισθωμένης εργατικής δύναμης, που θα δώσει ζωή στα εργοστάσια και στα γιαπιά. Ακριβώς προς τα νότια της πλατείας, αρχή της οδού Αθηνάς και στα αριστερά της, το πολυόροφο ξεθωριασμένο κτίριο, όπου στεγάζεται το παμπάλαιο καφενείο ''Πάγκειο''.

  Το βλέμα του αντικρυνού διαβάτη όσο κι' αν είναι αδιάφορο, όλο και θα σκαλώσει για λίγο πάνω στο μεγάλο πλήθοςτων οικοδόμων που πηγαινοέρχεται ανήσυχο έξω απ' το καφενείο.

  Ένας από τους τόπους συγκέντρωσης και συνάντησης των άνεργων εργατών με τους κάθε λογής εργολάβους και επιχειρηματίες. Ένας από τους χώρους συναλλαγής και αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης με τους εργοδότες. Στο μεγάλο αυτό παζάρι, η πραμάτεια της εργατικής δύναμης, το εμπόρευμα, βρίσκεται εκτεθειμένο μέσα κ' έξω απ' το μεγάλο καφενείον στα δύσκολα γούστα του εργολάβου αγοραστή. Στο εσωτερικό τις πρωινές αυτές ώρες, όλα τα τραπέζια της απέραντης σάλας είναι κατάμεστα από μαστόρους ''πρώτης ποιότητας''. Στο εξωτερικό, στις πόρτες και σ' όλο το μάκρος του πεζοδρομίου στέκουν περιμένοντας οι νεότεροι κ' οι πιο άπειροι απ' τους τεχνίτες, καθώς και μια μεγάλη ομάδα από εργάτες.

  
  Ο νόμος που κυριαρχεί απόλυτα εδώστις σχέσεις συναλλαγής ανάμεσα στους άνεργους εργάτες και τους αγοραστές, εκτός από το θεμελιακό νόμο της "προσφοράς και της ζήτησης'', που διέπει κάθε αγορά, είναι η ''φυσική επιλογή''. Ο πάντα προκαταλημένος και δύστροπος εργολάβος αγοραστής, εκτός απ' την περίπτωση που θα έρθει ψάχνοντας ειδικά κάποιον, θα κοιτάξει ερυενώντας προσεχτικά να διαλέξει, απ' το σουλούπι και το ύφος του καθενός, τον ικανότερο. Αυτόν που εκτός απ' το δικό του μεροκάματο, θα κατορθώσει να του βγάλει, δίχως αυτός να μοχθήσει προσωπικά, και το δικό του ''εργολαβικό κέρδος''.
  Είναι στοιχειώδης ανάγκη για τον προβλιματιζόμενο κοινωνικά άνθρωπο, να παραβρεθεί κάποιο πρωινό σ' αυτό το παζάρεμα του ανθρώπινου μόχθου, για να διδαχτεί από την πείρα της εξαθλιωμένης εργατικής μάζας. Σε μια πρώτη επιπόλαια ματιά παρατηρείς μεσ' απ' το πλήθος των εργατών, που πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα, τα τσαπόφτυαρα και τις τσάντες με τα εργαλεία να εκτίθενται αραδιαστά. Κοιτάζοντας πιο προσεχτικά, διακρίνεις μεσ' στους εργάτες τον κάθε ανθρώπινο τύπο, που η εμφάνιση και το ύφος του καθενός αντανακλά άμεσα την οικονομική του κατάσταση. Εκεί θα συναντήσεις τον πιο εξαθλιωμένο ως τον οικονομικά καλοστεκούμενο. Αλλά με την πρώτη ματιά που θα ρίξεις σε κάθε φυσιογνωμία ολόγυρά σου θα συνατήσεις τις ίδιες ελπίδες και την ίδια αβεβαιότητα για το αύριο. πρόσωπα αξύριστα. και ισχνά κάθε τύπου και ηλικίας. Φυσιογνωμίες με ανάγλυφα χαρακτηριστικά πρόωρα χαμένης ζωτικότητας. Μορφές δουλεμένες έντονα στ' αμόνι της κοινωνικής εκμετάλλευσης. Μάτια που κοιτάζουν αεικίνητα να διακρίνουν, μέσα απ' τον κάθε νεοφερμένο, τον υποψήφιο αγοραστή, στον οποίο θα πουλήσουν, με όσο το δυνατό καλύτερους όρους, την εργατική τους δύναμη.
  Και τότε γύρο από έναν κύκλο άλλων ενδιαφερομένων παρουσιάζεται η σκηνή. Ο εργολάβος πλησιάζει και στέκει απέναντι από τον εργάτη ή τον τεχνίτη ζυγιάζοντας μ' ένα βλέμα, απ' την κορφή ως τα νύχια, τις ικανότητες του. και ο διάλογος που ακολουθεί είναι πάντα ο ίδιος σε τέτοια περίπτωση.
  - Πόσα το μεροκάματο; ρωτάει ο εργολάβος.
  - Έχει ένσημα; είναι εφτάωρο η δουλειά; ρωτάει ο εργάτης.
  Και η συμφωνία κλείνεται ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της προσφοράς και της ζήτησης. Αλλά αν ο λεπτολόγος παρατηρητής θελήσει να γνωρίσει καλύτερα το μεγάλο αυτό παζάρι, θα εξακολουθήσει τις επισκέψεις του για μεγάλο ακόμα διάστημα. Τότε, θα παρατηρήσει άγνωστες λεπτομέρειες, που είταν αδύνατον να φανούν με την πρώτη ή την δεύτερη επίσκεψη, πρωταρχικής σημασίας για την έρευνά του. θα μπορέσει να δει ότι αυτοί που φεύγουν, βρίσκοντας δουλειά μεσ' απ' αυτό το πλήθος των εργατών, είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα νέοι. Δηλαδή εργάτες, που κατά τη χαρακτηριστική έκφραση των εργοδοτών, ''πιάνουν τα χέρια τους''. Θα μπορέσει να δει εργάτες λιγότερο ικανούς, ξεζουμισμένους από τα χρόνια και την εκμετάλλευση, να κάθονται εκεί καρφωμένοι πάντα στην ίδια θέση, μέρες και βδομάδες, με την απελπισία έντονη στο βλέμμα τους, περιμένοντας το αναιμικό μεροκάματο. Ακόμα ουσιαστικώτερξ γνώμη θα σχηματίσει ο παρατηρητής που θα επιμείνει περισσότερο και θα θελήσει να ακούσει τις συζητήσεις των απόκληρων αυτών της ζωής, των πρωταγωνιστών της παραγωγής. Συζητήσεις, που προσπαθούν να δώσουν λύση στα καφτά κοινωνικά προβλήαμτα που τους βασανίζουν, πιότερο με το αισθητήριο της πείρας, παρά με το κριτήριο της επίκτητης γνώσης. Είναι οι συζητήσεις με τις οποίες διαπλάθεται και διαφοροποιείται η απέραντη εργατική μάζα, χαράσσοντας το δρόμο της κοινωνικής της χειραφέτησης.

Β. ΝΑΚΗΣ 
Εφ. "Εργατική Δημοκρατία" Απρίλης 1965
  





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις